Archive for Απρίλιος 2008

OYTI, 2006

Απρίλιος 25, 2008

 

Ούτι προσωπικού σχεδιασμού, βασισμένο σε μοντέλο του Manol ( Εμμανουήλ Βενιού ).

Το ηχείο είναι κατασκευασμένο από μαόνι και φλαμούρι, το καπάκι από ερυθρελάτη, η ταστιέρα από έβενο και τα κλειδιά από παλίσσανδρο.

Εσωτερικό του ηχείου.

 

 

 

 

 

Advertisements

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΦΙΛΩΝ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗΣ ΟΡΓΑΝΟΠΟΙΙΑΣ

Απρίλιος 22, 2008

Το 1996, από ένα βασικό πυρήνα οργανοποιών που συγκεντρώθηκαν στο Μουσείο Ελληνικών Λαϊκών Οργάνων για να παρακολουθήσουν δύο Σεμινάρια με θέμα τη χρήση των φυσικών υλικών στην τέχνη της Οργανοποιίας (με καθηγητή τον Dr. Γιώργο Ταυλαρίδη ), ιδρύθηκε ο Σύλλογος Φίλων Καλλιτεχνικής Οργανοποιίας .

Σκοπός του Συλλόγου ήταν η καλλιέργεια και η καταξίωση και στη χώρα μας αυτής της ιδιαίτερης μορφής τέχνης που διεθνώς ονομάζεται Καλλιτεχνική Οργανοποιία ( Art Lutherie ). Επίσης η ανταλλαγή πληροφορίας και εμπειρίας μεταξύ των μελών, κάτι πολύ συνηθισμένο σε αντίστοιχους συλλόγους εκτός Ελλάδας. Το Φεβρουάριο του 1998 έγινε και η πρώτη έκθεση μουσικών οργάνων φτιαγμένων από μέλη του Συλλόγου, στο Ίδρυμα Γουλανδρή-Χόρν.

Οργανώθηκε επίσης ένα δεύτερο Σεμινάριο για τη Φυσική Ακουστική των μουσικών οργάνων ( με καθηγητή τον κ. Χαράλαμπο Σπυρίδη ) και έγιναν πέντε παρουσιάσεις από μέλη για διάφορα θέματα.

Δυστυχώς, μετά τα πρώτα τέσσερα χρόνια η προσπάθεια σιγά-σιγά ατόνησε με αποτέλεσμα έκτοτε ο Σύλλογος να παραμείνει ανενεργός. Οι αιτίες ήταν πολλές, η κυριότερη των οποίων ότι η οργανοποιία – ένα ούτως η άλλως δύσκολο επάγγελμα – στην Ελλάδα δεν έχει ξεφύγει ακόμη από στενές συντεχνειακές αντιλήψεις.

Πιστεύω όμως πως παρ`όλα αυτά, αυτή η προσπάθεια άφησε το στίγμα της στην εξέλιξη της Ελληνικής οργανοποιίας.

Ο Σύλλογος είχε τότε κυκλοφορήσει και δύο συνοπτικά φυλλάδια, που αναφέρονται το ένα σε αυτή την ιδιαίτερη Τέχνη και το δεύτερο στη δεοντολογία της συντήρησης- επισκευής των μουσικών οργάνων. Τα παραθέτω αυτούσια.

ΠΕΡΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗΣ ΟΡΓΑΝΟΠΟΙΙΑΣ

Η Ελληνική οργανοποιία διέθετε και διαθέτει αρκετούς επώνυμους δημιουργούς και όργανα ( παραδοσιακά η κλασσικά ), που ανήκουν περισσότερο η λιγότερο στο χώρο που διεθνώς αποκαλείται » Καλλιτεχνική Οργανοποιία «. Τα χαρακτηριστικά που τη διέπουν είναι:

Πρώτα είναι το χειροποίητο της κατασκευής. Ο δημιουργός του δηλαδή έχει σχεδιάσει και κατασκευάσει από την αρχή έως το τέλος κάθε μέρος του οργάνου, το οποίο έτσι αντανακλά την προσωπική του αντίληψη περί αισθητικής και ήχου. Φυσικά στην κατηγορία του χειροποίητου δεν ανήκουν τα όργανα που είναι αποτέλεσμα βιομηχανικής και βιοτεχνικής παραγωγής ή αλυσίδας μοντάζ. Είναι λοιπόν αυτονόητο πως ο ετήσιος αριθμός παραγωγής τέτοιων οργάνων κάθε κατασκευαστή δεν μπορεί παρά να είναι περιορισμένος.

Τα υλικά που χρησιμοποιεί η Καλλιτεχνική Οργανοποιία είναι κατά κανόνα φυσικά. Διάφορα είδη ξύλου, κόκαλο, όστρακα, ελάχιστα μεταλλικά εξαρτήματα για τα λειτουργικά και διακοσμητικά μέρη του οργάνου, φυσικές ρητίνες, γόμες, κόλλες και φυσικές χρωστικές για τη συγκόλληση και το βερvίκωμα του οργάνου.

Τα όργανα σε ευδιάκριτο σημείο, συνήθως στο εσωτερικό τους, φέρουν την ετικέττα του κατασκευαστή στην οποία είναι γραμμένα ο τόπος και η χρονολογία της κατασκευής καθώς και η ιδιόχειρη υπογραφή ή η σφραγίδα του δημιουργού και κάποτε ο αύξων αριθμός παραγωγής. Αντίστοιχα ο κατασκευαστής τηρεί το προσωπικό του αρχείο με ιδιοκτήτες και χρονολογίες κατασκευής και άλλα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Σε ένα τέτοιο όργανο μπορεί κανείς να αναγνωρίσει » το χέρι » του κατασκευαστή και στην μικρότερη λεπτομέρεια.

Τέλος απαραίτητο χαρακτηριστικό ενός μουσικού οργάνου είναι ο » καλός » ήχος, με ότι μπορεί να σημαίνει αυτό για τον κατασκευαστή, τον μουσικό ή τον ακροατή. Εξ άλλου πάγιο αξίωμα της Μουσικολογίας είναι πως οποιαδήποτε εξέλιξη της μουσικής τέχνης είναι αδιανόητη χωρίς την αντίστοιχη εξέλιξη του ήχου που την παράγει.

Ο Σύλλογος θα προσπαθήσει να καλλιεργήσει και να διαδώσει όλα τα παραπάνω.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΚΕΥΗ ΚΑΙ ΤΗ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΤΩΝ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ

Η επισκευή και η συντήρηση των μουσικών οργάνων είναι μια εργασία υψηλής εξειδίκευσης, γνώσης και εμπειρίας καθοριστική για την παραπέρα. ζωή του οργάνου, που πρέπει πάντα να εκτελείται από οργανοποιό. Υπάρχει συγκεκριμένη δεοντολογία την οποία καλό είναι να γνωρίζει τόσο ο επισκευαστής, όσο και ο κάτοχος του οργάνου, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ιστορικό όργανο ή όργανο επώνυμου κατασκευαστή ή και ανώνυμου που ωστόσο έχει καλλιτεχνική ή συναισθηματική άξια για τον ιδιοκτήτη του.

Για οποιαδήποτε επέμβαση σε τέτοιο όργανο, απαιτείται εκτός από καλή γνώση της οργανοποιίας και η γνώση της τεχνικής και αισθητικής αντίληψης και των υλικών του κατασκευαστή.

Η λειτουργική και αισθητική αποκατάσταση ενός οργάνου πρέπει να γίνεται έτσι ώστε να μην αλλοιώνεται κανένα από τα χαρακτηριστικά του. Ένα μουσικό όργανο είναι ένα ολοκληρωμένο έργο τέχνης και δεν πρέπει να γίνεται σ` αυτό οποιαδήποτε επέμβαση βελτίωσης που θα αλλοίωνε τα αρχικά χαρακτηριστικά του.

Εφόσον ζει ο κατασκευαστής του οργάνου, θα πρέπει να είναι αυτός που θα αναλάβει τη συντήρηση η επισκευή του. Ακόμα και αν το όργανο φτάσει στα χέρια άλλου κατασκευαστή, καλό είναι να ενημερώνεται και να ζητείται η γνώμη του αρχικού κατασκευαστή.

Η αντικατάσταση τμημάτων του οργάνου γίνεται μόνον εφόσον είναι απολύτως αναγκαία, επειδή τα αρχικά υλικά δεν μπορούν πλέον να επισκευαστούν και πάλι με τα συγγενέστερα υλικά και με το μεγαλύτερο σεβασμό στο δρόμο δουλειάς του κατασκευαστή.

Οποιαδήποτε μεγάλη λειτουργική παρέμβαση ( π.χ. αλλαγή καπακιού ), καλό θα είναι να περιγράφεται και να υπογράφεται από τον επισκευαστή στην ανάλογη ετικέττα που κολλιέται κάτω η δίπλα εκείνης του κατασκευαστή.

Εργασίες που αφορούν ιστορικά όργανα, χρήσιμο είναι να αποτυπώνοvται φωτογραφικά η σχεδιαστικά και να συνοδεύονται από ανάλoγο ενυπόγραφο σημείωμα του επισκευαστή.

ΒΙΟΛΙ , 2000.

Απρίλιος 20, 2008

 

 

 

Βιολί κατασκευασμένο το 2000 , σε μοντέλο Giuseppe Guarneri « del Gesu ».

 

 

Παρασκευή χρώματος από madder root (ερυθρόδανο το βαφικό, ριζάρι).

Παρασκευή χρώματος για το βερνίκι του οργάνου από madder root ( ερυθρόδανο το βαφικό , ριζάρι ) .

ΜΠΟΥΖΟΥΚΙ, 1997

Απρίλιος 19, 2008

 

 

Προσωπικό  μοντέλο μπουζουκιού, κατασκευασμένο το 1997 για την έκθεση μουσικών οργάνων του Συλλόγου Φίλων Καλλιτεχνικής Οργανοποιίας, που έγινε στο Ίδρυμα  Γουλανδρή – Χόρν ( Φεβρουάριος 1998 ).

Το ηχείο είναι από παλίσσανδρο, το καπάκι από σίτκα και το μπράτσο από κέδρο Ονδούρας και έβενο.  Η χορδιέρα από έβενο, όστρακο και κόκκαλο. Το θέμα της φιγούρας  προέρχεται από Καμαραϊκό αγγείο της Φαιστού.

ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΤΑΜΠΟΥΡΑ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ

Απρίλιος 15, 2008

Κατασκευασμένο από τον Νίκο Φρονιμόπουλο, στα Λεγραινά Λαυρεωτικής το 1999. 

Ακολουθήθηκε η τεχνική κατασκευής του παλιού Έλληνα οργανοποιού Λεωνίδα Γάϊλα, ο οποίος είχε κατασκευάσει και το αρχικό όργανο γύρω στα 1835

Σχετικά με τον Λεωνίδα Γάϊλα και το εργαστήρι του στην Αθήνα του 1834, βλέπε και σχετικές δημοσιεύσεις:

http://www.klika.gr/cms/index.php?option=com_content&task=view&id=215&Itemid=147

http://www.klika.gr/cms/index.php?option=com_content&task=view&id=271&Itemid=147

http://greekluthiers.wordpress.com/2008/01/29/%ce%9b%ce%b5%cf%89%ce%bd%ce%af%ce%b4%ce%b1%cf%82-%ce%93%ce%ac%cf%8a%ce%bb%ce%b1%cf%82-%ce%9f-%cf%80%ce%b1%ce%bb%ce%b1%ce%b9%cf%8c%cf%84%ce%b5%cf%81%ce%bf%cf%82-%ce%b3%ce%bd%cf%89%cf%83%cf%84%cf%8c/

ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΑΜΠΟΥΡΑ ΣΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙ.

Απρίλιος 13, 2008

ΑΠΟ  ΤΟΝ  ΤΑΜΠΟΥΡΑ  ΣΤΟ  ΣΥΓΧΡΟΝΟ  ΕΛΛΗΝΙΚΟ  ΜΠΟΥΖΟΥΚΙ.

           Μια  διαδρομή  πολλών  αιώνων,  από  Ανατολή  σε  Δύση

                                και  κατάληξη  την  Ελλάδα .

 

 

 Από το προς δημοσίευση βιβλίο του Νίκου Φρονιμόπουλου

« Ο Λεωνίδας Γάιλας και η κατασκευή του ταμπουρά »

 

 

   Όταν  αναφερόμαστε  στον  ταμπουρά,  πρέπει  να  έχουμε  υπ’ όψη  ότι  δεν  μιλάμε  για   κάποιο  αυστηρά  καθορισμένο  τύπο  οργάνου. Πρόκειται  για  γενική  ονομασία  που  δίνεται  σε  μια  μεγάλη  ποικιλία  οργάνων  της  οικογένειας  του  λαούτου , που  διαφέρουν  μεταξύ  τους  τόσο  στη  μορφή  όσο  και  στο  μέγεθος , τον  αριθμό  των  χορδών , το  κούρδισμα  ακόμη  και  τον  τρόπο  που  παίζονται .

 

     Παράλληλα  με  τον  γενικό  όρο  «  ταμπουράς  »  και  τις  διάφορες  κατά  τόπους  και  εποχή  παραφθορές  του  (  ταμπούρ,  ταμπούρι,  πανδούρι,  τάμπουρο,  ταμπούρα,  τάμπουρας,  τάνμουρας,  τράμπουρας,  τσαμπουράς,  ταμπράς  ),  διάφορες  μορφές  του  είναι  γνωστές  και  με  άλλα  ονόματα:  μπουλγκαρί,  γιογκάρι,  μπουζούκι,  μπαγλαμάς,  σάζι,  κίτελι,  καβόντο,  τζιβούρι,  καραντουζένι,  γόνατο  κ.ά.  Ταμπουρά  ονόμαζαν  σε  πολλά  μέρη  της  Ελλάδας  τον  περασμένο  αιώνα,  ακόμη  και  το  λαγούτο.

 

Όργανα  της  οικογένειας  του  ταμπουρά  ήταν  γνωστά  στους  αρχαίους  Αιγυπτίους,  τους  Ασύριους  και  άλλους  λαούς  της  Ασίας.  Το  όνομα  ωστόσο,  φαίνεται  να  έχει  καθαρά  Αρχαιοελληνική  προέλευση:  πανδουρίς – πανδούρα  ή  τρίχορδον – θάνδουρον – φανδουρίς – θαμπούρα θαμπούρι – ταμπούρι – ταμπούρα – ταμπουράς.  Από  το  « Λεξικόν  της  Αρχαίας  Ελληνικής  Γλώσσης »  του  Ιωάννη  Σταματάκου,  στη  λέξη  δόρυ,  διαβάζουμε:  « δόρυ,  το,  γεν.  δόρατος,  επικώς  δούρατος,  δουρός … το  στέλεχος  του  κορμού  δένδρου,  αλλά  μόνον  εφ’ όσον  το  δένδρον  είναι  κεκομμένον  /  ωσαύτως  δοκός,  ξυλεία  κατάλληλος  δια  την  ναυπήγησιν  πλοίων,  σανίς  ( παχεία,  κοινώς  μαδέρι ) …».  Έτσι  η  « πανδουρίς »,  θα  μπορούσε  ετυμολογικά  να  προκύπτει  από  τις  λέξεις  « παν »  και  « δόρυ »,  όλο  ( φτιαγμένο )  από  ξύλο.  Μια  σύνθετη  λέξη  δηλαδή,  που  περιγράφει  το  όργανο,  από  το  υλικό  από  το  οποίο  είναι  κατασκευασμένο.  Αντίστοιχα  οι  λέξεις  « ούτι »  και  « λαούτο »  φαίνεται  να  προκύπτουν  από  την  Αραβική  λέξη  « al  ud »,  που  και  πάλι  σημαίνει  « το  ξύλο ».  Στον  Ελλαδικό  χώρο,  βρίσκουμε  τον  ταμπουρά  να  υπάρχει  ήδη  από  την  Αρχαιότητα,  σε  ανάγλυφα  όπως  αυτό  της  Μαντινείας,  του  4ου  π.Χ.  αιώνα  και  σε  τερρακόττες. 

 

    Μέχρι  τα  τέλη  του  19ου  αιώνα,  ήταν  ευρύτατα  διαδομένος  τόσο  στην  ηπειρωτική,  όσο  και  στη  νησιώτικη  Ελλάδα.  Θα  τον  συναντήσουμε  σε  όλη  την  διάρκεια  των  Βυζαντινών  και  Μεταβυζαντινών  χρόνων  και  την  Τουρκοκρατία  σε  πληθώρα  πηγών.  Στην  εικονογραφία  και  τη   μικρογραφία  καθώς  και  σε  χαλκογραφίες  και  τοιχογραφίες.  Θα  τον  βρούμε  επίσης,  με  διάφορα  ονόματα  σαν  αυτά  που  προαναφέραμε,  σε  πάμπολλες  φιλολογικές  πηγές.  Στο  δημοτικό  τραγούδι  και  τον  Ακριτικό  κύκλο,  σε  αναφορές  ξένων  περιηγητών  και  Απομνημονεύματα  Αγωνιστών.  Σε  νεότερους  ακόμα  χρόνους  θα  τον  δούμε  να  παριστάνεται  στη  λαϊκή  ζωγραφική,  σε  υφαντά  και  κεντήματα  καθώς  και  σε  πίνακες  Ελλήνων  και  ξένων  ζωγράφων.  Πολλές  αναφορές,  τέλος,  για  τον  ταμπουρά  θα  βρούμε  και στη  Νεοελληνική  Λογοτεχνία.  Δεν  σώζονται  ωστόσο  αυτούσια  κάποια  όργανα  αυτής της  περιόδου.  Ο  παλιότερος  ίσως  ταμπουράς  που  έχει  διασωθεί  είναι  αυτός  του  Μακρυγιάννη,  που  έχει  κατασκευαστεί  όπως  θα  δούμε  στη  συνέχεια  μετά  τα  χρόνια  της  Επανάστασης.

 

Μορφολογικά,  τα  όργανα  της  οικογένειας  του  ταμπουρά  παρουσιάζουν  πολλά  κοινά  χαρακτηριστικά.  Έχουν  ηχείο  τις  περισσότερες  φορές  αχλαδόσχημο,  σκαφτό  ή  με  ντούγες,  που  καταλήγει  ομαλά  σε  μακρύ  και  λεπτό  μπράτσο  στην  άκρη  του  οποίου  τοποθετούνται  τα  κλειδιά,  τα  στριφτάρια,  σε  σχήμα  Τ.  Το  επίπεδο  της  ταστιέρας,  το  επάνω  μέρος δηλαδή  του  μπράτσου,  δεν  είναι  υπερυψωμένο  σε  σχέση  με  το  καπάκι.  Επάνω  στο  μπράτσο  υπάρχουν  οι  δεσμοί,  οι  περντέδες,  που  έχοντας  τη  δυνατότητα  να  μετακινηθούν,  δίνουν  στα  όργανα  τη  ικανότητα  να  παίξουν  πάνω  σε  τροπικές  κλίμακες.  Οι  χορδές  τους,  δυο,  τρεις  ή  περισσότερες,  στην  αρχή  εντέρινες  ή  μεταξένιες  και  αργότερα  ορειχάλκινες  ή  συρμάτινες,  ακουμπούν  πάνω  σε  κινητό  καβαλάρη  και  δένονται  σταθερά  στο  πίσω  μέρος  του  καπακιού.  Συνήθως  έχουν  ηχητικές  τρύπες  στο  καπάκι  ή  στο  πίσω  μέρος  ή  στο  πλάι  του  ηχείου  τους.  Παίζονται  με  πένα  ή  καμιά  φορά  και  με  τα  δάκτυλα.

 

Να  πώς  περιγράφει  τον  ταμπουρά  ο  Χρύσανθος,  στο  « Μέγα  Θεωρητικόν »  του:  «  Από  τα  μελωδικά  όργανα  η  πανδουρίς  έρχεται  ευκολότερον  εις  δίδαξιν  και  σαφεστέρως  γνωρίζονται  επάνω  εις  αυτήν  οι  τόνοι,  τα  ημιτόνια  και  απλώς  κάθε  διάστημα.  Λέγεται  δε  και  πανδούρα  και  φανδούρος  καθ’ ημάς  δε  ταμπουρά  ή  τουμπούρ  ( τουρκική  ονομασία ).  Έχουσα  δε  δυο  μέρη,  την  σκάφην  και  τον  ζυγόν,  επί  τούτου  δεσμεύονται  οι  τόνοι  και  τα  ημιτόνια,  καθώς  ελαλήθη.  Είναι  δε  τρίχορδος  η  πανδουρίς  και  η  μεν  πρώτη  χορδή  βομβεί  τον  Δη  ( Σολ ),  η  δε  δευτέρα  τον  Γα  ( Φα )  και  η  τρίτη  Πα      ( Ρε ).  Οι  δε  δεσμοί  των  τόνων,  επειδή  είναι  κινητοί,  είναι  δυνατόν  να  γίνονται  κατά  τας  σωζομένας  εις  κάθε  έθνος  ».

 

 

 

Μέχρι  την  εμφάνιση  των  πρώτων  εργαστηρίων  κατασκευής  μουσικών  οργάνων,  οι  μουσικοί  έφτιαχναν  μόνοι  τους  τα  όργανα  που  χρησιμοποιούσαν.  Ήταν  φυσικό  λοιπόν,  προσπαθώντας  να  τα  βελτιώσουν  ανάλογα  με  τις  ανάγκες  τους,  να  προκύψει  μεγάλη  ποικιλία  στη  μορφή  τις  διαστάσεις  και  τα  κουρδίσματα.  Με  το  πέρασμα  των  χρόνων,  πολλοί  τύποι  οργάνων  μετεξελίχτηκαν  ή  εξαφανίστηκαν  εντελώς.  Αυτό  συνέβη  και  με  τα  όργανα  της οικογένειας  του  ταμπουρά.  Έτσι  λοιπόν,  στα  μέσα  του  20ου  αιώνα,  στην  Ελλάδα  τα  μόνα  σχεδόν  όργανα  αυτής  της  μεγάλης  οικογένειας  που  φαίνεται  να  επιβιώνουν  ( εκτός,  βεβαίως  του  λαγούτου ),  είναι  αυτά  της  νέας  « οικογένειας »  του  μπουζουκιού.

 

Πριν   εξετάσουμε  όμως  το  πως  προέκυψαν  αυτοί  οι  νεότεροι  τύποι,  ή  σωστότερα  τα  υβρίδια  οργάνων,  θα  πρέπει  πρώτα  να  διευκρινίσουμε  ορισμένα  πράγματα  για  την  ονοματολογία  τους.  Μπουζούκι,  Μπαγλαμάς,  Τζουράς.  Τα  ονόματα  δεν  μοιάζουν  καθόλου  Ελληνικά,  όπως   άλλωστε  και  πολλά  από  αυτά  που  προαναφέραμε,  τα  οποία  χρησιμοποιήθηκαν  κατά  την  Τουρκοκρατία,  αλλά  και  αργότερα !

 

Ο  Σταύρος  Καρακάσης,  στο  βιβλίο  του  « Ελληνικά  Μουσικά  Όργανα »  γράφει:  « Κατά  τους  χρόνους  της  Τουρκοκρατίας  συναντούμε  μουσικά  όργανα  με  τουρκικές  ονομασίες,  τα  οποία  οι  Τούρκοι  είχαν  παραλάβει  από  τους  Βυζαντινούς  ή  από  άλλους  λαούς  της  Ανατολής  ( Άραβες,  Πέρσες ),  είτε  ακόμα  και  από  τη  Δύση  και  μας  τα  μετέδωσαν,  μετονομασμένα  τουρκικά. ».  Φαίνεται  λοιπόν  πως  αυτά  τα  ονόματα  υπήρχαν  σε  ευρεία  χρήση  από  την  περίοδο  της  Τουρκοκρατίας  σε  διάφορα  μέρη  της  Ελλάδας,  περιγράφοντας  διάφορους  τύπους  και  μεγέθη  ταμπουρά.

 

Ας  δούμε  τώρα  την  ετυμολογία  των  τριών  αυτών  ονομάτων,  που  τα  βρίσκουμε  αυτούσια  να  χαρακτηρίζουν  κάποια  μεγέθη  και  της  σημερινής  οικογένειας  των  Τουρκικών  σαζ.  Η  οικογένεια  αυτή,  κατά  τον  Laurence  Picken,  περιλαμβάνει  επτά  όργανα,  που  από  το  μεγαλύτερο  προς  το  μικρότερο  έχουν  τα  ονόματα:  Μεϊντάν  σαζί,  Ντιβάν  σαζί,  Μποζούκ  ή  Μπαγλαμά,  Τζουρά – Μπαγλαμά  ή  Ταμπουρά ,  Μπαγλαμά,  Τζουρά,  Κιουτσούκ  Μπαγλαμασί.  Ακόμα  παλιότερα,  κατά  τον  15ο  αιώνα,  σύμφωνα  με  τον  Τούρκο  εθνομουσικολόγο  Μαχμούντ Γκαζιμιχάλ  ήταν  σε  χρήση  τα  αντίστοιχα  επτά  μεγέθη:  Μεϊντάν  σαζί,  Τσενγκούζ  ( που  με  διαδοχικές  αλλοιώσεις  πέρασε  στη  γλώσσα  μας  σαν  γιογκάρι ),  Άντι – σάζ,  Μπουζούκ,  Μπαγλαμά,  Ταμπουρά  και  Τζουρά.

 

Και  πρώτα – πρώτα  το  Μπουζούκι.  Η  επικρατέστερη  άποψη,  αλλά  όχι  ίσως  εννοιολογικά  η  σωστότερη,  είναι  ότι  προέρχεται  από  την  τουρκική  λέξη  « bozuk »,  που  σημαίνει  σπασμένο,  κατεστραμμένο.  Αποδίδεται  λοιπόν  το  όνομά  του  στο  αλλαγμένο  του  κούρδισμα,  το    « bozuk  dozen »  που  σημαίνει  « το  χαλασμένο  κούρδισμα ».  Σωστότερη  αντίθετα  δείχνει  η  άποψη,  ότι  ο  όρος  προέρχεται  από  τον  περσικό  « tambur-i  bozorg », που  σημαίνει  μεγάλο  ταμπούρ,  που  στη  διάλεκτο  της  Τεχεράνης  θα  γινότανε  « tambur-i  bozurg ».  Επειδή  στη  Δυτική  Τουρκία  δεν  συνηθίζονται  συμπλέγματα  τελικών  συμφώνων  του  τύπου  « rg »,  εύκολα  καταλαβαίνει  κανείς  πώς  το  περσικό  επίθετο  κατέληξε  στο  τουρκικό  ουσιαστικό « bozuk ».

 

Ο  Μπαγλαμάς,  προέρχεται  από  την  τουρκική  λέξη  baglama,  που  σημαίνει  « δεσμός »  και  αναφέρεται  στους  εντέρινους  συνήθως  μπερντέδες  που  είχαν  στο  μπράτσο  τους  οι  ταμπουράδες.

 

Ο  Τζουράς  τέλος,  προέρχεται  από  την  τουρκική  ( και  Αραβική )  λέξη  cura.  Σημαίνει  το  ελάχιστο  που  έχει  μείνει  μέσα  σε  ένα  ποτήρι  αφού  έχουμε  πιει  το  περιεχόμενό  του,  κάτι  δηλαδή  πολύ  μικρό.  Η  έννοια  αυτή,  έχει  περάσει  αυτούσια  στην  νεοελληνική  με  την  λέξη  « τζούρα ».

     

Μπορούμε  να  πούμε  λοιπόν,  ότι  τα  ονόματα  προϋπήρχαν  από  την  δημιουργία  του  σημερινού  τύπου  οργάνων  και  χαρακτήριζαν  κάποιες  μορφές  ταμπουρά.  Τα  όργανα  αυτά,  που  όμως  ήσαν  τελείως  διαφορετικά  από  τα  σημερινά  μπουζούκια,  τους  μπαγλαμάδες  και  τους  τζουράδες,  αναφέρει  στα  « Ενθυμήματά »  του  και  ο  Αγωνιστής  Νικόλαος  Κασομούλης.  Μαζί  με  άλλα,  αναφέρει  και  το  ικιτελί  ( από το  τουρκικό  ικί – τέλι , με  δύο  τέλια,  δηλαδή  συρμάτινες  χορδές,  όργανο  που  μέχρι  σήμερα  είναι  διαδεδομένο  στα  Βαλκάνια, )  σαν  το  κατ΄ εξοχήν  μουσικό  όργανο  των  Κλεφτών  και  των  Αρματολών. Επίσης  το  μπολγαρί,  δηλαδή  τον  ταμπουρά  των  Βουλγάρων,  όργανο  που  επιβιώνει  ακόμη  στην  Κρήτη  με  το  όνομα  μπουλγαρί.

 

 Σαν  « κατασκευαστή  μπουζουκιών » παρουσιάζει  επίσης  τον  Λεωνίδα  Γάιλα ,  τον  παλιότερο  οργανοποιό  της  σύγχρονης  Ελλάδας,  ο  Δανός  ζωγράφος  Μ. Rørbye  που  αποθανάτισε  αυτόν  και  το  εργαστήρι  του  στην  Αθήνα  του  1835 . Με  μια  ματιά  όμως  στα  όργανα  του  σχεδίου,  μπορούμε  να  καταλάβουμε  ότι  πρόκειται  για  κανονικότατους  ταμπουράδες!

 

Γύρω  στα  τέλη  λοιπόν  του  19ου  αιώνα,  φτάνει  στην  πρώτη  ολοκληρωμένη  μορφή  του  ένα  υβρίδιο,  που  οικειοποιείται  ένα  παλιότερο  όνομα.  Ο  παραδοσιακός  ταμπουράς,  δανείζεται  στοιχεία  από  ένα  καθαρά  Δυτικό  όργανο,  το  Ναπολιτάνικο  μαντολίνο  και  έτσι  γεννιέται  ένα  νέο  όργανο:  Το  τρίχορδο  μπουζούκι !

 

Στην  κατασκευή  των  μουσικών  οργάνων  όπως  και  σε  άλλες  τέχνες,  οι  μεγάλες  αλλαγές  δεν  γίνονται,  όπως  με  μια  πρώτη  ματιά  μπορεί  να  φανεί,  απ’ τη  μια  στιγμή  στην  άλλη.  Αξίζει  εδώ  να  αναφερθούμε  σε  κάποιες  πρώιμες  μορφές  μπουζουκιών  που  ενσωματώνουν  στοιχεία  ενός  άλλου  συγγενικού  τους  οργάνου,  του  λαούτου.  Από  την  κατασκευή  του  λαούτου  λοιπόν,  όπως  αυτή  έχει  εξελιχθεί  στον  Ελλαδικό  χώρο,  ο  παλιός  ταμπουράς  δανείζεται  πρώτα – πρώτα  κάποιες  τεχνικές  στην  κατασκευή  του  σκάφους  του  με  ντούγες.  Αλλάζει  έτσι  και  η  μορφή  του  ηχείου  του,  που  μοιάζει  τώρα  με  μικρού  λαούτου  και  ξεχωρίζει  σαν  φόρμα  από  το  μπράτσο.  Η  επόμενη  αλλαγή  γίνεται  στην  ηχητική  τρύπα,  που  μεγαλώνει  για  να  δώσει  περισσότερο  ήχο  στο  όργανο  και  γίνεται  σαν  του  λαγούτου,  στρογγυλή  και  με  ροζέτα.  Χαρακτηριστικά  όργανα  αυτής  της  περιόδου  έχουν  αποτυπώσει  οι  ζωγράφοι  Νικηφόρος  Λύτρας , στην  γνωστή  ελαιογραφία  του  « Γαλατάς  εν  ώρα  σχόλης »  ( 1895 )  και  Εμμανουήλ  Κουμέλης  « Ευτυχισμένα γεράματα »  ( 1899 ).  Η  καθοριστική  όμως  αλλαγή  γίνεται  όταν  ενσωματωθεί  στην  κατασκευή  του  νέου  οργάνου  η  τεχνική  της  κατασκευής  του  μαντολίνου.

 

 Βέβαια  το  μαντολίνο  είναι  και  αυτό  απόγονος  της  ίδιας  παλιάς  οικογένειας,  των  λαουτοειδών,  που  έχει  όμως  ακολουθήσει  ένα  διαφορετικό  δρόμο.  Τα  όργανα  αυτής  της  οικογένειας,  που  πρωτοεμφανίζονται  στην  Μεσοποταμία  γύρω  στο  2000  π.Χ.,  περνούν  αρχικά  στην  Αρχαία  Ελλάδα  μέσω  της  Μικράς  Ασίας  και  μετέπειτα  στη  Ρωμαϊκή  Αυτοκρατορία.  Πολύ  αργότερα,  τον  Μεσαίωνα,  θα  περάσουν  από  τους  Άραβες  στην  Ισπανία  και  από  εκεί  στην  υπόλοιπη  Ευρώπη.  Γύρω  στον  16ο  αιώνα,  ένα  λαούτο  μικρότερων  διαστάσεων,  η  μαντόρα,  κάνει  την  εμφάνισή  της  και  εξαπλώνεται  στη  Γαλλία,  τη  Γερμανία  και  την  Αγγλία.  Η  Ιταλική  της  παραλλαγή  θα  ονομαστεί  μαντόλα.  Από  αυτήν  θα  δημιουργηθεί  ένα  ακόμα  μικρότερων  διαστάσεων  όργανο  σε  διάφορους  τύπους,  με  το  υποκοριστικό  όνομα  μαντολίνο.  Είναι  το  Μπαρόκ  μαντολίνο  που  εμφανίζεται  σε  διάφορα  μέρη  της  Ιταλίας  κοντά  στα  1730.  Εκατό  χρόνια  αργότερα,  από  την  οικογένεια  Vinaccia,  θα  δημιουργηθεί  το  Ναπολιτάνικο  μαντολίνο,  με  τέσσερις  διπλές  συρμάτινες  χορδές,  μόνιμα  τάστα  τοποθετημένα  πάνω  σε  συγκερασμένη  κλίμακα, βαθύτερο  ηχείο  και  κούρδισμα  βιολιού.

 

Το  καινούργιο  όργανο,  το  τρίχορδο  μπουζούκι,  παίρνει  στοιχεία  και  από  τους  δυό  γονείς.  Από  τον  ταμπουρά  κρατά  το  μακρύ  μπράτσο,  τις  τρεις  διπλές  χορδές  και  τα  κουρδίσματα,  τα  « ντουζένια »  των  παλιών  μπουζουξήδων,  που  όμως  σιγά – σιγά  ξεχνιούνται,  παγιώνοντας  ένα  μόνο  κούρδισμα,  το  « Ευρωπαϊκό ».  Από  το  μαντολίνο  παίρνει  το  αχλαδόσχημο,  βαθύ  και  φτιαγμένο  με  ντούγες  σκάφος,  την  ηχητική  τρύπα  σε  σχήμα  έλλειψης,  την  υπερυψωμένη  ταστιέρα  με  μόνιμα  τάστα  τοποθετημένα  σε  διαστήματα  ημιτόνιου,  τον  ψηλότερο  καβαλάρη  που  μ’ αυτόν  τον  τρόπο  προκύπτει,  καθώς  και  την  σπασμένη  προς  τα  πίσω  κεφαλή  ( καράολο ) με  τα  μηχανικά  κλειδιά.  Στην  πρώτη  του  μορφή,  κρατάει  ακόμα  και  το  χαρακτηριστικό  τσάκισμα  του  καπακιού  προς  τα πίσω,  στο  σημείο  του  καβαλάρη.  Ένας  κύκλος  έχει  ολοκληρωθεί.  Δυο  όργανα  με  κοινή  καταγωγή  αλλά  τόσο  διαφορετική  εξέλιξη  μέσα  από  διαφορετικά  μουσικά  συστήματα,  έπειτα  από  πολλά  χρόνια  έχουν  ενωθεί !  Το  μπουζούκι  σύντομα  θα  κυριαρχήσει,  εκτοπίζοντας  τον  ταμπουρά  και  δημιουργώντας  τη  δική  του  οικογένεια  οργάνων,  που  όλα  παίρνουν  τα  δικά  του  χαρακτηριστικά.  Μία  νέα  μουσική  φόρμα  γεννιέται,  κρατώντας  μια  θαυμαστή  ισορροπία  ανάμεσα  σε  Ανατολή  και  Δύση:  Το  Ρεμπέτικο  Τραγούδι !

 

Η  μετεξέλιξη  αυτή  του  παραδοσιακού  ταμπουρά,  που  μόλις  περιγράψαμε,  είναι  δύσκολο  να  εντοπιστεί  επακριβώς  χρονικά  και  να  αποδοθεί  σε  συγκεκριμένα  πρόσωπα, αποκλειστικά.  Είναι  πάντως  σίγουρο  πως  περνά  μέσα  από  τα  εργαστήρια  επώνυμων  μαστόρων,  που  εκτός  από  καλοί  κατασκευαστές  λαούτων,  υπήρξαν  και  κατασκευαστές  οργάνων  της  οικογένειας  του  μαντολίνου  ( μαντολίνο,  μαντόλα,  μαντολοτσέλο ),  της  κιθάρας,  ακόμη  και  του  βιολιού.  Ονομαστοί  μάστορες  της  εποχής  υπήρξαν  οι  Εμμανουήλ  Βελούδιος,  Δημήτριος  Μούρτζινος,  Εμμανουήλ  και  Νικόλαος  Κοπελιάδης,  Φώτης  Αυγέρης,  Ιωάννης  Γομπάκης,  αδελφοί  Παναγή,  Μιχαήλ  Σκεντερίδης,  Βίκτωρ  Δεκαβάλας  και  πολλοί  άλλοι.  Στα  εργαστήρια  κάποιων  από  αυτούς  τους  μαστόρους,  μέσα  σε  μικρό  σχετικά  χρονικό  διάστημα,  δημιουργείται  και  εξελίσσεται  το  νέο  υβρίδιο,  που  σύντομα  θα  κυριαρχήσει.  Ο  οργανοποιός  Γιάννης  Κουκουρίγκος,  έχει  αποδώσει  τη  δημιουργία  αυτού  του  νέου  μοντέλου  οργάνου  στη  συνεργασία  του  Αναστάσιου  Σταθόπουλου  ( ιδρυτή  του  μουσικού  οίκου  « EpiphoneStathopoulos »  το  1903 )  με  τον  Ιταλό  κατασκευαστή  μαντολίνων  Henry  Capielo,  στην  Αμερική  των  αρχών  του  περασμένου  αιώνα.  Άποψη  που  δύσκολα  τεκμηριώνεται,  χωρίς  ωστόσο  σε  κάποιο  βαθμό  να  μπορεί  να  αποκλειστεί.  Ο  Σταθόπουλος  εξ’ άλλου,  πριν  μετοικήσει  στην  Αμερική,  είχε  το  δικό  του,  μεγάλο  εργαστήρι  στην  Σμύρνη  όπου  κατασκεύαζε  ονομαστά  ευρωπαϊκά  και  λαϊκά  όργανα.

 

Το  τρίχορδο  μπουζούκι  που  από  αυτή  την  επιμειξία  προέκυψε,  δίνει  τα  χαρακτηριστικά  του  και  στα  άλλα  δυο  όργανα  της  ίδιας  οικογένειας,  τον  μπαγλαμά  και  τον  τζουρά.  Ο  μικρός  ταμπουράς,  ο  μπαγλαμάς,  που  λόγω  μεγέθους  ανθίζει  σε  διάφορους  χώρους  του  περιθωρίου  και  μπορεί  να  κατασκευαστεί  από  λογής  πρόχειρα  υλικά,  αποκτά  και  αυτός  υπερυψωμένη  ταστιέρα  με  ημιτόνια,  σκάφος  με  ντούγες  ( που  όμως,  ακόμα  και  σήμερα,  εξακολουθεί  να  υπάρχει  και  στην  παλιά,  « σκαφτή »  του  μορφή ),  μηχανικά  κλειδιά  και  μεγαλύτερη  ηχητική  τρύπα.  Κουρδίζεται  κατά  κανόνα  μία  οκτάβα  ψηλότερα  από  το  μπουζούκι  και  αναλαμβάνει  πια  το  ρόλο  της  συνοδείας  στην  ρεμπέτικη  ορχήστρα.

 

Το  τρίτο  όργανο  της  οικογένειας,  ο  τζουράς,  είναι  και  το  λιγότερο  τυποποιημένο  από  όλα  όσον  αφορά  το  μέγεθος  του  ηχείου  και  του  μπράτσου.  Ωστόσο,  παίρνει  και  αυτός  την  υπερυψωμένη  ταστιέρα,  τα  σταθερά  τάστα,  τα  μηχανικά  κλειδιά  και  την  μεγαλύτερη  ηχητική  τρύπα  του  μπουζουκιού.  Το  σκάφος  του,  όπως  και  του  μπαγλαμά,  καμμιά  φορά  γίνεται  και  σκαφτό,  ιδιαίτερα  όταν  πρόκειται  για  μικρό  μοντέλο.  Κατά  κανόνα  όμως  γίνεται  και  αυτός  με  ντούγες.  Παράγεται  και  χρησιμοποιείται  σε  πιο  περιορισμένη  κλίμακα  από  το  μπουζούκι. Τα  μεγέθη  του  παρουσιάζουν  μεγάλη  ποικιλία.  Αυτό  που  τον  χαρακτηρίζει  είναι  το  λίγο  μικρότερο  σε  σχέση  με  το μπουζούκι  μήκος  χορδής,  που  όμως  κουρδίζεται  στην  ίδια  τονικότητα,  με  αποτέλεσμα αυτή  να  είναι  χαλαρότερη.  Το  μεγαλύτερο  πλάτος  ταλάντωσης  που  αποκτά  έτσι  η  χορδή  του,  σε  συνδυασμό  με  το  κατά  πολύ  μικρότερο  ηχείο  του,  του  δίνουν  το  ιδιαίτερο,  χαρακτηριστικό  του  ηχόχρωμα.  Πολλοί  παλιότεροι  αλλά  και  νεότεροι  μάστορες,  μετέτρεπαν  μαντολίνα  σε  τζουράδες,  αλλάζοντάς  τους  το  μπράτσο  με  άλλο,  μακρύτερο.

 

Το  τετράχορδο  μπουζούκι  τέλος,  που  προκύπτει  γύρω  στα  μισά  του  20ου  αιώνα  δανείζεται  στοιχεία  και  από  ένα  άλλο  όργανο,  Δυτικής  προέλευσης  και  αυτό:  Την  κιθάρα.  Από  αυτήν  παίρνει  το  κούρδισμα,  που  δίνει  στο  όργανο  άλλες  τεχνικές  δυνατότητες,  απομακρύνοντάς  το  ακόμη  περισσότερο  από  την  παλιά  μουσική  του  παράδοση.  Η  τέταρτη  χορδή  που  προστίθεται,  δημιουργεί  την  ανάγκη  ακόμη  μεγαλύτερου  ηχείου,  που  παύει  πια  να  είναι  αχλαδόσχημο.  Το  καπάκι  του  μεγαλώνει  σε  εμβαδόν  και  στρογγυλεύει.

 

Η  νέα  οικογένεια  οργάνων  που  έχει  προκύψει,  εκτοπίζει  μέχρι  εξαφανίσεως  τα  παλιότερα  όργανα  του  τύπου  του  ταμπουρά,  για  πολλές  δεκαετίες.  Τα  τελευταία  χρόνια,  ο  σχεδόν  εξαφανισμένος  στην  Ελλάδα  παραδοσιακός  ταμπουράς,  η  πολίτικη  λύρα,  το  κανονάκι,  το  ούτι  και  άλλα  παλιότερα  μουσικά  όργανα,  αρχίζουν  να  ξαναβρίσκουν  τη  θέση  τους  στην  Ελληνική  μουσική.